Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Η Διάβα...


Πρόκειται για τη μετακίνηση των Ελλήνων νομάδων, των βοσκών μαζί με τα κοπάδια τους η οποία γίνεται δύο φορές το χρόνο. Το φθινόπωρο για να μετακινηθούν σε πεδινές περιοχές με πιο ήπιο κλίμα μιας και ο καιρός στα ελληνικά βουνά δεν θα επέτρεπε στα κοπάδια να επιβιώσουν. Το φθινόπωρο λοιπόν, κάπου στα μέσα προς τέλη Σεπτέμβρη τα κοπάδια και οι οικογένειες στις οποίες ανήκουν, τραβούν για τα χειμαδιά. Την άνοιξη το δρομολόγιο είναι το αντίστροφο. Με την αναγέννηση της φύσης λοιπόν παίρνουν ζωή και τα βουνά της πατρίδας μας.
Για αιώνες η διαδικασία αυτή κρατούσε περίπου ένα μήνα μιας και οι αποστάσεις ήταν μεγάλες και φυσικά μεταφορικά μέσα δεν υπήρχαν. Η διαδικασία αυτή, χιλιάδες ζώα να διαβαίνουν κορυφές και λαγκάδια με τις οικογένειες να ακολουθούν μεταφέροντας όλο το βιος τους δημιούργησε πολιτισμό, μύθους και έγινε η αφορμή για δεκάδες ιστορίες που είχαν να αφηγούνται οι παλαιοί στους νέους.
Προσπάθησα να βρω κάποια συναρπαστική ιστορία να παραθέσω μιας και αυτήκοος μάρτυρας τέτοιων αφηγήσεων δεν υπήρξα ποτέ... Το μόνο που μπόρεσα να βρω -σε ηλεκτρονική μορφή- είναι η μεταφορά μιας εκπομπής της κυρίας Τσόκλη με σχετικό αφιέρωμα σε μορφή γραπτού, ηλεκτρονικού αφιερώματος.
Προφανώς το γραπτό εδώ χάνει μπροστά στην εικόνα.

Πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα είμαι σίγουρος ότι έχει να μας πει ο Νίκος Καρατζένης, φιλόλογος, στο έργο του " «Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου » Ν.Καρατζένης Έκδοση Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού &Κοινωνικής Ανάπτυξης Πραμάντων 2009".

Δεν έτυχε να το διαβάσω μέχρι σήμερα αυτό το βιβλίο, κρίνω όμως από προηγούμενα συγγράμματά του.
Ιδού λοιπόν η εμπειρία της κυρίας Τσόκλη:

Το χειμώνα στα πεδινά, το καλοκαίρι στα ορεινά... Οι περισσότεροι τσοπάνηδες χρησιμοποιούν πλέον τα σύγχρονα μέσα για να μετακινήσουν τα κοπάδια τους.Ο Θωμάς είναι ένας από τους λίγους που επιμένουν στον μακρύ δρόμο μέσα από τα βουνά. Του παίρνει εβδομάδες. Η Μάγια Τσόκλη τον συνόδεψε για δύο μέρες.


Φθινόπωρο στον Σμόλικα. Ξεκινάμε από τη Σαμαρίνα, ανηφορίζουμε το βουνό, αφήνουμε το αυτοκίνητο σε ένα μικρό πλάτωμα του δρόμου υποθέτοντας ότι αυτό είναι το σημείο συνάντησης με τον Θωμά. Οι φωνές μας ταξιδεύουν από ράχη σε ράχη. «Θωμάααα, Θωμάααα… είσαι εδώ;». Επειτα από λίγο ακούγονται από μακριά κουδούνες και γαβγίσματα. Μεγαλόσωμα τσοπανόσκυλα πλησιάζουν παίζοντας, εμφανίζονται και τα άλογα πίσω από τα πυκνά δέντρα και ακούγεται μια γελαστή φωνή. «Εδώ, εδώ, κατεβαίνω».


Είχα γνωρίσει τον Θωμά ανήμερα της Παναγιάς στη Σαμαρίνα, στο ξακουστό βλαχοχώρι που βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ Μακεδονίας και Ηπείρου. «Η περιοχή κατοικείται από αρχαιότατους χρόνους -ως επί το πλείστον από κτηνοτρόφους-, αλλά οι επίσημες αναφορές για τη Σαμαρίνα ξεκινούν γύρω στον 15o αιώνα, όταν οι βλαχόφωνοι κάτοικοι γειτονικών περιοχών μετοίκησαν σταδιακά κατά «φάρες» στην περιοχή δημιουργώντας μικρούς οικισμούς», μου εξήγησε ο πρόεδρος της κοινότητας, και γιατρός, Κωνσταντίνος Τζήμας εν μέσω τυμπανοκρουσιών και αργόσυρτων χορών. Παραδοσιακά, η Σαμαρίνα γέμιζε κόσμο τους θερινούς μήνες.


Ηταν το λεγόμενο «ξεκαλοκαιριό», μια και τα χειμαδιά ήταν πάντα σε περιοχές με χαμηλότερο υψόμετρο και άρα ηπιότερο κλίμα, κυρίως στη Θεσσαλία (Λάρισα, Τρίκαλα κ.λπ.) αλλά και στην Ηπειρο (Αρτα, Γιάννενα).


Την άνοιξη, οι κτηνοτρόφοι ξεκινούσαν το μακρύ ταξίδι για τον Σμόλικα. Ολόκληρες οικογένειες μετακινούνταν. Τα πιτσιρίκια ήταν δεμένα με τριχιές στα άλογα και βοηθούσαν τις μανάδες και τους παππούδες τους να στήσουν τα κονάκια. Οταν, κάποιους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι έφευγε, σύζυγοι, παιδιά, τσοπάνηδες και ζώα επέστρεφαν για να ξεχειμωνιάσουν στους κάμπους. Ενας κύκλος ήταν η ζωή: χειμώνας στον κάμπο, μετακίνηση την άνοιξη, καλοκαίρι στο βουνό, επιστροφή το φθινόπωρο. Σήμερα ο κύκλος διατηρείται, η μετακίνηση όμως άλλαξε τρόπο. Γιατί ποιος αντέχει να περπατήσει μήνα ολόκληρο; Να κοιμηθεί μέσα στο κρύο; Να μείνει αποκλεισμένος στο βουνό αν ο καιρός αλλάξει; Ολοι μπαίνουν στα αυτοκίνητα, τα αιγοπρόβατα φορτώνονται στα φορτηγά και μετά από λίγες ώρες οι πάντες βρίσκονται στη θέση τους. Ολοι… ΄Η μάλλον σχεδόν όλοι, θα έπρεπε να πω.








Ο Θωμάς Ζάγκας αντιστέκεται. Μαζί με τους Αλβανούς τσοπάνηδες και τον γιο του διαλέγουν το μακρύ δρόμο μέσα από τα βουνά, περπατώντας για εβδομάδες και κατασκηνώνοντας τα βράδια σε παραδοσιακές θέσεις. Θέλησα να κάνουμε ένα κομμάτι δρόμου μαζί, για να μοιραστώ -όσο μπορεί κανείς μέσα σε δυο μέρες- την ποιμενική καθημερινότητά τους. Ηταν σούρουπο όταν φτάσαμε στη στρούγκα. Παρότι αρχές Οκτωβρίου, ήμασταν κοντά στα 2.000 μέτρα και έκανε έντονη ψύχρα.


Ετσι είχα φορέσει όλων των ειδών τα σύγχρονα υλικά κατά του ψύχους, αλλά μόνο η πάμβαρη μάλλινη κάπα του Θωμά με ζέστανε λιγάκι. «Η Σαμαρίνα άκμασε από τα τέλη του 18ου αιώνα ώς τα τέλη του 19ου χάρη στο εμπόριο μάλλινων ειδών», μου είπε ο φίλος κτηνοτρόφος. Τότε, ο πληθυσμός της κωμόπολης ξεπερνούσε τους 5.000 κατοίκους αλλά και τα 80.000 αιγοπρόβατα. Η οικονομική ευρωστία έφερε και καλλιτεχνική άνθηση και οι περίφημοι Σαμαριναίοι αγιογράφοι αλλά και ξυλογλύπτες έγιναν διάσημοι σε όλη τη Βαλκανική. «Τώρα, τις κάπες τις κρατάμε αρχείο!», συνέχισε ο Θωμάς. «Πολύ βαριές, βρε παιδί μου! Και με τη βροχή τι γίνεται; Θα γίνονται ασήκωτες όταν βρέχονται!», του είπα. «Μας πονάνε οι πλάτες όταν τις φοράμε, όμως το μάλλινο, και βρεγμένο να είναι, έχει την ιδιότητα να σε ζεσταίνει», μου εξήγησε.


Η νύχτα πέρασε αλλιώτικα. Καθίσαμε γύρω από τη φωτιά, μια προβατίνα πλήρωσε τη νύφη και μέχρι να ψηθεί, πήγε μεσάνυχτα. Οι Αλβανοί τσοπάνηδες τραγούδησαν στη γλώσσα τους και οι Ελληνες συνέχισαν στα βλάχικα. «Εσείς καημένα βουνά, ο θάνατος ο δικός σας είναι το φθινόπωρο που φεύγουν οι κτηνοτρόφοι και οι οικογένειες για τα χειμαδιά και σας σκεπάζει το χιόνι». Υστερα άκουσα ιστορίες για θαρραλέα τσοπανόσκυλα που τα 'βαζαν με τρεις λύκους ταυτόχρονα και πήγαιναν μόνα τους μέχρι και 500 πρόβατα! Ακουσα για χρόνια δίσεκτα που αποδεκάτισαν τα κοπάδια, παράπονα για την αγροτική πολιτική του κράτους αλλά και σκέψεις θετικές από τον νεότερο της παρέας, τον γιο του Θωμά, τον Γιάννη. «Εμένα μου άρεσαν τα πρόβατα. Τα είχα μεράκι από μικρός, από 4 χρονώ. Κι έμεινα, μου άρεσε».


«Πόσα πρόβατα έχει ο πατέρας σου;»
«1.200».
«Φτάνει για να ζείτε οικογενειακώς και να ζείτε καλά;»


«Φτάνει».
«Σκέπτεσαι κάπως να αναπτύξεις τη δουλειά;»
«Οπωσδήποτε, θα βάλουμε αρμεχτήρια, θα κάνουμε χωράφια πιο μεγάλα, και οικολογικά τώρα».
«Βλέπω τις παρακολουθείς τις τάσεις. Και τα καλοκαίρια; Εδώ στον Σμόλικα;»
«Το καλοκαίρι εδώ πάνω».
«Πιστεύεις ότι είναι η αγάπη του πατέρα που σε έκανε να εκτιμήσεις το βουνό και την ποιμενική ζωή; Γιατί είναι πολύ μερακλής άνθρωπος, δεν το συζητάμε».
«Οι άλλοι γονείς θέλουν να τα διώξουν τα παιδιά, να τα σπουδάσουνε. Και μετά τι γίνεται; Σπουδάζουν, δεν βρίσκουν δουλειά και ξαναγυρίζουν στα πρόβατα που όμως περιφρονούν...»


Ξάπλωσα μέσα στη σκηνή και προσπάθησα να κοιμηθώ. Οι κουδούνες και τα γαβγίσματα διέκοπταν την κρυστάλλινη ορεινή σιωπή. Μου φάνηκε πως άκουσα λύκους μέσα στον ύπνο μου, που υπήρξε δύσκολος λόγω της μεγάλης υγρασίας που τρυπούσε αλύπητα τα καλομαθημένα κοκαλάκια μου! Τουρτούριζα όλη νύχτα και άκουσα με ανακούφιση τις φωνές των τσοπαναραίων που ετοιμάζονταν με το πρώτο φως της ημέρας προς αναχώρηση. «Φαντάσου πόσοι ήμασταν παλιότερα», μου είπε ο Θωμάς. «Μπουλούκια! Μπροστά πήγαιναν οι κιρατζήδες με τα ζώα, και τα κοπάδια ακολουθούσαν. Η μπάμπω ετοίμαζε τον τραχανά!»


«Τώρα που δεν έχουμε μπάμπω, ποιος θα μας φτιάξει τραχανά;», τον ρώτησα.
«Θα φτιάξω εγώ με ξυγκοτύρι, για να φας τον αυθεντικό!»
«Τι είναι αυτό, βρε Θωμά;»
«Το λίπος από την προβατίνα, παίζει το ρόλο του λαδιού, του βουτύρου».


Μετά το θρεπτικό πρωινό, ο Θωμάς ετοίμασε και το κολατσιό της ημέρας. «Αυτό είναι το λεγόμενο ντορβά, το δισάκι, το ρίχνουμε στο άλογο του τσέλιγκα, στη σέλα. Βάζουμε μέσα λίγο ψωμί και λίγο τυρί. Ξεκινάμε». Και φύγαμε λοιπόν, ακολουθώντας διαδρομές γνώριμες. Στο δρόμο ο Θωμάς αναγνώριζε στρούγκες συγγενών και μου μίλαγε παρακολουθώντας με μάτι γερακίσιο το κοπάδι του που είχε χωρίσει στα τρία για λόγους πρακτικούς.








«Δύο κοπάδια γαλάρια…»
«Τα γαλάρια τι είναι;»
«Οι προβατίνες που αρμέγουμε. Και το τρίτο έχει τα στείρα, τα περσινά, τα δίχρονα και τα φετινά, που τα λέμε τώρα το καλοκαίρι ζυγούρια».


Ενας από τους τσοπάνηδες ήρθε κουτρουβαλώντας με μια προβατίνα αγκαλιά. Η μουσούδα της ήταν πρησμένη. «Φίντι αφεντικό». Ο Θωμάς έπιασε με τη γκλίτσα το ζώο. «Θα το κτυπήσω με βελόνι για να φύγει το φαρμάκι από μέσα. Να 'το, φεύγει, το βλέπεις; Αυτό είναι το δηλητήριο». Η προβατίνα απομακρύνθηκε βελάζοντας. Περπατάγαμε ώρες. Ανεβαίναμε ραχούλες, κατεβαίναμε ραχούλες, περνάγαμε μικρές και μεγαλύτερες σάρες, πηδάγαμε πάνω από ρυάκια με γάργαρα νερά. Αλλοτε το τοπίο ήταν αλπικό, άλλοτε μπαίναμε μέσα σε σκιερά δάση. Είχα αρχίσει να κουράζομαι. «Βρε Θωμά, δεν θα σταματήσουμε και λίγο για να βοσκήσουνε με την ησυχία τους;» (μ' έπιασε ο πόνος για τα πρόβατα τώρα!) «Να ξεκουραστείτε κι εσείς λίγο».


«Αντε, να κολατσίσουμε κιόλας, να πάρεις δυνάμεις!»
«Τ' αγαπάς πολύ το βουνό, Θωμά… Φαίνεται από το πώς το κοιτάζεις».
«Ακουσε, Μάγια. Ημουν 16 χρονώ κι είχα έναν παππού 65 χρονώ. Και τον έλεγα: Αυτό το βουνό θα το αποκτήσω εγώ, όπως έχει το αφεντικό μου τρία κοπάδια, θα τα φτιάξω κι εγώ. Κι είχα μεγάλες ικανότητες. 16 χρονώ πήγα 450 πρόβατα από εδώ στον Τύρναβο, μόνος. Μόνος μου, κάπα, τσεκούρι και γκλίτσα. Και το απόκτησα εγώ, τώρα, έχω 30 χρόνια και βάλε σ' αυτό το βουνό. Το απόκτησα μόνος, με τη δουλειά μου αυτή».
«Απ' ό,τι έχω καταλάβει, ένα μεγάλο πρόβλημα είναι το προσωπικό, έτσι δεν είναι; Ευτυχώς έχουν έρθει άνθρωποι από την Αλβανία και σας βοηθάνε στα πρόβατα, γιατί διαφορετικά, Ελληνες δεν υπάρχουν για να κάνουν τη δουλειά».
«Υπάρχουν, αλλά πάνε στα ταμεία ανεργίας και αράζουν στις καφετέριες, και πάνε και κλέβουν μετά, και καταλαβαίνεις τώρα τι γίνεται. Ομως φταίνε οι πατεράδες που τσ' αγοράζουν από 16 χρονώ εκατομμύρια κούρσες. Και γιατί να πάνε στη δουλειά; Να 'ναι καλά ο πατέρας!»
«Οι επιδοτήσεις να 'ναι καλά! Η αλήθεια είναι ότι λίγοι πια το πονάνε το βουνό. Εσύ, μετά από τόσα χρόνια, δεν το 'χεις βαρεθεί, δεν το 'χεις συνηθίσει;»
«Οχι, μ' αρέσει».
«Ποια εποχή περισσότερο;»
«Η άνοιξη, η άνοιξη».
«Τα ξεκινήματα, ε;»
«Τα λουλούδια, κελαηδάει ο κούκος... Η άνοιξη στο βουνό είναι γέννα… ανοίγει την καρδιά».
Το βραδάκι, αποκαμωμένη, αποχαιρέτησα τον Θωμά και το κοπάδι του. Παρότι φόραγα «επαγγελματικά» παπούτσια πεζοπορίας χρειάστηκαν 6 μήνες για να συνέλθουν τα τραυματισμένα μου -από τις πολλές ώρες κατηφόρας- δάκτυλα. Τέσσερις εβδομάδες αργότερα, κτύπησε το κινητό μου.
«Ελα!»
«Ποιος είναι;»


«Ο Θωμάς ντε! Θα 'ρθεις στον Αμπελώνα (Λάρισας) να δεις το χειμαδιό;»
«Φυσικά», απάντησα. Ομως δεν πήγα ποτέ. Ο Θωμάς δεν με ξεχνάει. Με παίρνει κατά καιρούς τηλέφωνο να μάθει τι κάνω. «Ελα, κυρία Μάγια. Ο Θωμάς είμαι, από τη Σαμαρίνα, με θυμάσαι;» Καλά είμαι Θωμά. Πώς να σε ξεχάσω; Ναι, όπως λες, όλο τον κόσμο έχω γυρίσει, όμως δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καθοριστικό ήταν αυτό το διήμερο που με φιλοξένησες στο βουνό σου…

Δεν υπάρχουν σχόλια: